15/11/2025
Η εργαλειοποίηση των συντελεστών δόμησης συνιστά παράγοντα κακοποίησης του δομημένου αστικού περιβάλλοντος και καθιστά σημαντική την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του μοντέρνου κινήματος της περιόδου 1920-1960.
Dimitris Katsampalos, Προσωπική παρουσίαση,
Μεταπτυχιακός φοιτητής, ΔΠΜΣ Προστασία Μνημείων, ΕΜΠ, 6/10/2025
Σύνοψη
1. Επέλεξα το συγκεκριμένο θέμα, επιθυμώντας να εξετάσουμε πώς οι πολεοδομικοί κανόνες, και συγκεκριμένα οι συντελεστές δόμησης, μετατράπηκαν από τεχνικά εργαλεία σε ισχυρά όπλα άσκησης πολιτικής στην Ελλάδα. Θα αναλύσουμε πώς αυτή η εργαλειοποίηση οδήγησε σε μια μορφή κακοποίησης του αστικού μας περιβάλλοντος και πώς, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάσωση της εναπομένουσας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του μοντέρνου κινήματος καθίσταται σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ.
2. Η ιστορία ξεκινά τη δεκαετία του '50. Μετά τον Εμφύλιο, η Ελλάδα αντιμετώπιζε μια τεράστια στεγαστική ανάγκη. Οι κυβερνήσεις της εποχής, αντί να εφαρμόσουν ένα κρατικό πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας, επέλεξαν την απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας μέσω υψηλών συντελεστών δόμησης, που θεσμοθετήθηκαν με τον ΓΟΚ του 1955. Το σύστημα της αντιπαροχής λειτούργησε ως ένας μηχανισμός ταχύτατης παραγωγής κατοικίας χωρίς δημόσιο κόστος. Αυτό όμως ήταν μια βαθιά πολιτική πράξη. Ικανοποίησε τη λαϊκή απαίτηση για στέγη, δημιούργησε μια νέα τάξη μικροϊδιοκτητών και τροφοδότησε την οικονομία.
3. Την περίοδο της Δικτατορίας, αυτή η πρακτική εντάθηκε στο έπακρο. Με τον νόμο 395 του 1968, η οικοδομή μετατράπηκε σε εργαλείο νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η περαιτέρω δραματική αύξηση των υψών και των συντελεστών κατέστησε την «οικοδομή» ως «άρτο και θέαμα», με στόχο την αγορά κοινωνικής συναίνεσης. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση της γης και η δημιουργία του ασφυκτικού, πυκνοδομημένου τοπίου που καθορίζει τις πόλεις μας μέχρι σήμερα.
4. Η Μεταπολίτευση έφερε μια νότα ελπίδας. Το Σύνταγμα του '75, με το άρθρο 24, αναγνώρισε για πρώτη φορά την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους. Ο ΓΟΚ του 1985, παρά τις αρχικές φιλότιμες προθέσεις του για ποιοτική ρύθμιση της κατάστασης, αποδείχθηκε ένα μάλλον αντιφατικό νομοθέτημα. Ενώ εισήγαγε καινοτόμες έννοιες, όπως το Ιδεατό Στερεό, ταυτόχρονα αύξησε τα ύψη και άφησε «παραθυράκια», όπως τους ημιυπαίθριους, που αποτέλεσαν τη μήτρα της νέας γενιάς αυθαιρέτων. Η αδυναμία ρήξης με το κατεστημένο την περίοδο αυτή, δημιούργησε μια πολεοδομική κατάσταση δύσκολα αναστρέψιμη και στη θεσμοποίηση της «τακτοποίησης».
5. Η ίδια λογική συνεχίστηκε και στη σύγχρονη εποχή. Ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός του 2012, εν μέσω οικονομικής κρίσης, παρουσιάστηκε με έναν «πράσινο» μανδύα. Στην πράξη, τα γενναιόδωρα bonus του, όπως η εξαίρεση εσωτερικών εξωστών και σοφιτών από τον συντελεστή δόμησης (Σ.Δ.), λειτούργησαν ως μια «κρυφή προσαύξηση» του Σ.Δ. η οποία διαιώνισε την υπερδόμηση. Η πρακτική αυτή κρίθηκε τελικά αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), το οποίο επιβεβαίωσε ότι οι εν λόγω προσαυξήσεις δόμησης δεν μπορούν να εφαρμόζονται οριζόντια αλλά πρέπει να τεκμηριώνονται από την επιστήμη και θα πρέπει να συνάδουν και να μην ακυρώνουν τον Γενικό και Τοπικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό (ΓΠΣ/ΤΠΣ).
6. • Η πολιτική της μεγιστοποίησης του Σ.Δ. καθιστά τα χαμηλότερα και λιγότερο ογκώδη κτίρια του μοντερνισμού «οικονομικά εμπόδια», παρέχοντας ισχυρό κίνητρο για την κατεδάφισή τους. • Η ιστορία απώλειας του αρχιτεκτονικού πλούτου της εποχής του νεοκλασικισμού επαναλαμβάνεται. Αυτήν τη φορά, απειλούνται με εξαφάνιση, το αστικό όραμα της κληρονομιάς του μοντέρνου κινήματος, καθώς και τα εναπομείναντα -μη κηρυγμένα- νεοκλασικά. • Το μοντέρνο κίνημα έφερε ένα κοινωνικό όραμα για υγιεινή, λειτουργική και προσιτή κατοικία, με έμφαση στους καθαρούς όγκους, το φυσικό φως, την ειλικρίνεια και την ποιότητα κατασκευής. • Φορείς όπως η Monumenta και το Docomomo το επιβεβαιώνουν: Έχουν επιβιώσει χιλιάδες εξαιρετικά κτίρια της περιόδου, αλλά ταυτόχρονα έχουν χαθεί επίσης χιλιάδες. Πολλά εκ των οποίων, επρόκειτο για εξαιρετικά δείγματα, έργα επώνυμων και ανώνυμων αρχιτεκτόνων, καθώς και κτίρια ορόσημα.
7. Κλείνοντας, η απόφαση του ΣτΕ μας δίνει μια ιστορική ευκαιρία να αλλάξουμε παράδειγμα. Η απειλή για την αρχιτεκτονική κληρονομιά είναι άμεσο αποτέλεσμα ενός ελαττωματικού παραδείγματος πολιτικής. Η προστασία της κληρονομιάς που απέμεινε δεν μπορεί πλέον να είναι αποσπασματική.
Προτεινόμενες Δράσεις:
Χρειαζόμαστε μια ολιστική στρατηγική: • ενσωμάτωση των κινήτρων στον επίσημο σχεδιασμό, • προληπτική κήρυξη διατηρητέων, • γενναία οικονομικά κίνητρα για τη διατήρηση και προώθηση της επανάχρησης.
• Η αλλαγή παραδείγματός και η αποκλιμάκωση των Σ.Δ. και των επιτρεπόμενων υψών, κρίνονται αναγκαίες για την διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς και μίας -κατά το δυνατόν- ανθρώπινης κλίμακας στο αστικό τοπίο.
• Σταδιακή και όχι βεβιασμένη ολοκλήρωση των ΤΠΣ και διαρκής ενημέρωση των Γενικών και Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων.
• Εγκαθίδρυση και ενίσχυση της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής παιδείας από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
• Αξιοποίηση από τα ΥΠΠΟ, ΥΠΕΝ των ερευνών και εργασιών καταγραφής και αποκατάστασης που υλοποιούνται στις Πολυτεχνικές Σχολές καθώς και της σημαντικής συνεισφοράς καταγραφής από ανεξάρτητους φορείς όπως οι Monumenta, Docomomo κα.
• Άρση της αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων χαρακτηρισμού από φορείς διαφορετικών υπουργείων και απορρόφηση όλων των αρμοδιοτήτων από το ΥΠΠΟ.
• Οικονομικά κίνητρα για την διατήρηση: Ενίσχυση επιδοτήσεων και φοροελαφρύνσεων στους ιδιοκτήτες για την συντήρηση των κτιρίων και ολοκλήρωση ενός λειτουργικού θεσμικού πλαισίου ΜΣΔ με σεβασμό και χωρίς παρεκκλίσεις από τους πολεοδομικούς όρους.
• Εφαρμογή του πλαισίου απόδοσης ενιαίου ΑΦΜ στις πολυκατοικίες, συστήνοντας την νομική οντότητα η οποία θέτει το πλαίσιο συνεργασίας και συννενόησης των συνιδιοκτητών ενός κτιρίου, με σκοπό την συντήρηση του ακινήτου και την λήψη επιδοτήσεων για τον σκοπό αυτό.
• Προώθηση επανάχρησης. Η καλύτερη προστασία και συντήρηση γίνεται μέσω της οριοθετημένης και υπεύθυνης χρήσης.
Ο σεβασμός στην ιστορία, όπως αποδεικνύουν επιτυχημένα παραδείγματα, μπορεί να αποτελέσει, βιώσιμο παράδειγμα και πυξίδα για το μέλλον. Η διαχείριση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμελιώδης δείκτης της ποιότητας της δημοκρατίας μας και του σεβασμού που δείχνουμε στο μέλλον των πόλεων μας.
Δημήτριος Κατσάμπαλος, Προσωπική παρουσίαση, Μεταπτυχιακός φοιτητής, ΔΠΜΣ Προστασία Μνημείων, ΕΜΠ, 6/10/2025