Η στρατηγική προώθησης ενός τόπου σε μεγάλο βαθμό συνίσταται στην κατασκευή σημειακών φορέων νοήματος. Το νόημα αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε και σε πολλές περιπτώσεις είναι η αρχιτεκτονική σύνθεση που αναλαμβάνει να αποτελέσει την πηγή του.
Η υλική δύναμη και κλίμακα όμως των σύγχρονων αρχιτεκτονημάτων δημιουργούν πολλές φορές μια πραγματικότητα, η οποία μοιάζει λιγότερο με μια σχέση ένταξης κ
αι περισσότερο με μια σχέση παρατεταμένης φιλοξενίας. Αγωνιζόμενα να αποτελέσουν επιτυχημένα σημεία διάκρισης για την πόλη που τα φιλοξενεί διακρίνονται τελικά από το ίδιο το αστικό περιβάλλον που τα περιέχει.
Η αρχιτεκτονική σύνθεση έχει το προνόμιο διαχείρισης και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων και των ροών της πόλης. Είναι έτσι σε θέση να αναδείξει τα σημεία διάκρισης που ήδη υπάρχουν και να δημιουργήσει σχέσεις νοήματος που γεφυρώνουν το χαρακτήρα της πόλης με τις ικανότητες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.
Η ευθύνη λοιπόν της αρχιτεκτονικής σύνθεσης δεν είναι να χτίσει καινούριες χωρικές ποιότητες αλλά να ανακαλύψει και να χαρτογραφήσει τις ήδη υπάρχουσες. Έχοντας στα χέρια της αυτό το χάρτη είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τα αρχιτεκτονήματα όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως εύπλαστο συνδετικό υλικό, το οποίο θα δέσει ολόκληρη την πόλη σε μια συνεκτική εμπειρία.